Το σημείο είναι οριακό. Περισσότερο από ζόρικο, είναι οριακό. Οι πάντες νιώθουν μαγκωμένοι, μουδιασμένοι, ανήσυχοι, προδομένοι, μετανιωμένοι και πικραμένοι, μα κυρίως φοβισμένοι μπροστά σε ένα μέλλον που, αυτήν την εποχή όσο ποτέ άλλοτε, δε λέει να ανοίξει τα χαρτιά του και στέκεται στο βάθος του δρόμου σα μασκοφόρος εισβολέας με άγνωστες προθέσεις.
Η αβεβαιότητα κυλά με συνέπεια στις φλέβες, λες και έχει βάλει στόχο να σπάσει τα ρεκόρ αντοχής. Ο κόσμος όλος συνταράσσεται. Αν μια χώρα δεν ταλανίζεται από πόλεμο και βίαια επεισόδια θα ταλανίζεται από οικονομική δυσπραγία κι αν όχι, από το σύμπλεγμα του πρωταθλητή με ό,τι αυτό συνεπάγεται κι αν όχι, από υποσιτισμό και μολυσματικές νόσους. Εκτός από τους… συνήθεις υπόπτους (κάτι Αυστραλίες και κάτι Καναδάδες και κάτι Σκανδιναβικές που, για να τις δεις στις Ειδήσεις, πρέπει να γίνει κάτοικός τους), η υπόλοιπη υφήλιος πονά ή χαπακώνεται για προληπτικούς λόγους.
Ο παγκόσμιος τροχός έχει αλλάξει ακτίνες και τρέχει με άλλο τρόπο και προς μια κατεύθυνση που κανείς δε μπορεί να πει με σιγουριά πού θα βγάλει, με μια πεποίθηση ωστόσο πως, μέχρι να φτάσει εκεί, θα ισοπεδώσει στο πέρασμά του ανθρώπους και θεσμούς. Τίποτα δε θα ’ναι όπως πρώτα κι ο κανόνας που σα προφητεία φορτίζει τις πλάτες των ανθρώπων με το που γεννιούνται και που λέει «δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην προκάνει να γνωρίσει κακή εποχή στη ζωή του» δεν πρόκειται να γνωρίσει εξαίρεση. Αναρωτιόμουν πάντα αν θα έρθει και για μένα μια εποχή που τα πράγματα γύρω μου θα λειτουργούν με τρόπο συντριπτικό. Πλέον, δεν αναρωτιέμαι. Τα μικροπροβλήματα και τα μικροπαράπονα του μικρόκοσμου του καθενός φαντάζουν… μικρά, συγκρινόμενα με το μεγάλο, κοινό πρόβλημα. Οι μεγαλύτεροί μου μού λεν πως λυπούνται για μένα, λυπούνται για όλους όσους καλούνται να ζήσουν με τους όρους που επιθυμούν, σε μια κοινωνία που αυτούς τους όρους τους έχει για χαρτί τουαλέτας. Λυπούνται για μένα άνθρωποι που διαιρούσαν στα έξι μία μερίδα φαγητό, κι αυτό τα λέει όλα.
Σε μια στιγμή παιδικής αθωότητας, είχα ρωτήσει «μπαμπά, εμείς είμαστε φτωχοί;» «Τι είναι αυτά που λες, παιδί μου; Είμαστε κανονικοί.». Οι άνθρωποι στον πλανήτη Γη ουρλιάζουν για κανονικότητα πια, όχι για ακατάσχετη ευημερία ούτε για φανταστικές απολαύσεις. Για απλή, ανθρώπινη, κανονική κανονικότητα. Όποιος πάει να τους τη στερήσει μπαίνει στο στόχαστρό τους και όλοι μα όλοι, δειλά-δειλά, δηλώνουν έτοιμοι να μάθουν σκοποβολή. Οι ενοχές πια δεν τους βαρύνουν και τόσο, αφού, εδώ που έφτασαν, η απόδοση ευθύνης είναι λιγότερο σημαντική από την εξεύρεση λύσης. Παρόλα αυτά, κι επειδή ο άνθρωπος – παραδοσιακά- δεν αλλάζει χαρακτήρα, η διάνοιξη οδών θα συμβεί με τρόπο ακραία επαναστατικό, καθόλου ήρεμα, καθόλου ισορροπημένα. Ό,τι προκύπτει σιωπηλά και σταδιακά, ανατρέπεται αγρίως και εν τάχει. Οι λαοί ενώνονται κάτω από το μεγάλο μαύρο σύννεφο που βρέχει ασταμάτητα και υπόσχονται αλλήλους πως θα το μετακινήσουν για να αποκαλύψουν τον ήλιο. Αμήν μεν αλλά…
…Σχέδιο δεν υπάρχει, μόνο στομάχια που φοβούνται τη συρρίκνωση. Ποτέ δεν υπήρξε σχέδιο πραγματικά. Τα λάθη μας πληρώνουμε κι όποιος πει πως δεν έσφαλε, είναι στην καλύτερη εγωπαθής και στη χειρότερη νυχτωμένος. Όσο μας ταΐζουν είμαστε ευχαριστημένοι· όταν μας πάρουν το πιάτο από μπροστά, βγάζουμε δόντια και δαγκώνουμε το χέρι που μέχρι προ ολίγου μας τάιζε. Ο άνθρωπος ξέρει πολύ καλά να φτύνει εκεί που γλείφει και αντιστρόφως, κι αυτή είναι η πιο μεγάλη κατάρα που τον ακολουθεί. Ίσως και σωτηρία του.
Το μείζον ζήτημα, λοιπόν, είναι να κολλήσουμε στον πάτο τα κήτη που, κατασκευάζοντας εικονικές ρουφήχτρες και δηλητηριώδεις κοραλλιογενείς υφάλους, ορίζουν τις τύχες όλων των μικρών ψαριών στον ωκεανό. Κι αν αυτό γίνει, έχουμε να δούμε κανιβαλισμούς άνευ προηγουμένου. Τόσο κατά την ώρα της βύθισης όσο και στη συνέχειά της.
Πίσω στη μικρή ελληνική πραγματικότητα: πέρα από απολιτίκ πανηγυροπρεπείς συγκεντρώσεις, από επεισοδιακές πορείες και φωνές, πέρα από αφασίες και νωθρότητες, πέρα από λιποταξίες, αδιαφορίες, άγχη, υστερίες και καταθλίψεις, πέρα από συναινέσεις και συνενοχές και άγνοιες και αθωότητες, πέρα και πάνω απ’ όλα… τι προσδοκά ο κόσμος; Κάτι κανονικό, νομίζω. Μόνο αυτό. Κάτι κανονικό για τα πολλά μικρά ψάρια, ώσπου κάποιο απ’ αυτά να μεγαλώσει αναπάντεχα πολύ. Κάτι κανονικό· τα κανονικά συμβαίνουν κι ας μη συμβαίνουν κανονικά.